ἑψητής

ἑψ-ητής, οῦ, ,
A one who smelts ore, Agatharch.28.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εψητής — ἑψητής, ὁ (Α) [ἕψω] 1. αυτός που βράζει κάτι, που μαγειρεύει, ο ψήστης 2. αυτός που λειώνει με μεταλλεύματα …   Dictionary of Greek

  • ἑψηταῖς — ἑψητής one who smelts masc dat pl ἑψητός boiled fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑψηταί — ἑψητής one who smelts masc nom/voc pl ἑψητός boiled fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑψητοῦ — ἑψητής one who smelts masc gen sg ἑψητός boiled masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑψητῶν — ἑψητής one who smelts masc gen pl ἑψητός boiled fem gen pl ἑψητός boiled masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑψητά — ἑψητά̱ , ἑψητής one who smelts masc nom/voc/acc dual ἑψητής one who smelts masc voc sg ἑψητής one who smelts masc nom sg (epic) ἑψητός boiled neut nom/voc/acc pl ἑψητά̱ , ἑψητός boiled fem nom/voc/acc dual ἑψητά̱ , ἑψητός boiled fem nom/voc sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑψητάς — ἑψητά̱ς , ἑψητής one who smelts masc acc pl ἑψητά̱ς , ἑψητής one who smelts masc nom sg (epic doric aeolic) ἑψητά̱ς , ἑψητός boiled fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έψω — ἕψω (Α) 1. παρασκευάζω κάτι διά βρασμού, βράζω, μαγειρεύω, ψήνω 2. (για μέταλλα) τήκω, χωνεύω, αποκαθαίρω με τη χώνευση 3. παθ. ἕψομαι (για υγρά) ζέω, βράζω, υφίσταμαι βρασμό 4. χωνεύω, πέπτω 5. μτφ. παρασκευάζω («τὰ κέ τις ἀνώνυμον γῆρας ἐν… …   Dictionary of Greek

  • εψητικός — ἑψητικός, ή, όν (Α) [ἑψητής] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην έψηση, στο βράσιμο ή στο ψήσιμο …   Dictionary of Greek

  • πηλοεψητής — ὁ, Α αυτός που ψήνει, που κατασκευάζει πλίνθους από πηλό. [ΕΤΥΜΟΛ. < πηλός + ἐψητής (< ἔψω «ψήνω»)] …   Dictionary of Greek

  • χρυσοεψητείον — τὸ, Α (κατά το λεξ. Σούδα) «ἔνθα χωνεύουσι καὶ ἕψουσι τὸν χρυσόν». [ΕΤΥΜΟΛ. < χρυσ(ο) * + ἑψητής «χύτης» (< ἕψω) + κατάλ. εῖον (πρβλ. μεταλλ εῖον)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.